μηδενικός

άλλο

Που δεν έχει αξία, ποσότητα ή αποτέλεσμα, ή που εκφράζει την πλήρη απουσία κάποιου μεγέθους ή χαρακτηριστικού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρόοδος του έργου ήταν μηδενικός τις τελευταίες δύο εβδομάδες.
  • Μετά από τον έλεγχο, ο κίνδυνος κρίθηκε μηδενικός.
  • Η πιθανότητα να συμβεί αυτό το σενάριο είναι μηδενικός.
  • Το συνολικό κόστος για τον πελάτη ήταν μηδενικός.
  • Σε αυτό το θέμα, η εμπειρία του ήταν ουσιαστικά μηδενικός.