άσημος

επίθετο

1. Που δεν έχει ευρεία φήμη ή αναγνωρισιμότητα μεταξύ του κοινού και κατά συνέπεια δεν ξεχωρίζει ή δεν ασκεί ιδιαίτερη επιρροή.

2. Που δεν φέρει σήμανση, σφραγίδα ή διακριτικό γνώρισμα που να το χαρακτηρίζει ή να το προσδιορίζει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι ένας άσημος συγγραφέας που μόλις τώρα γίνεται γνωστός.
  • Η επιστολή προερχόταν από μια άσημη δημοσιογράφο της επαρχίας.
  • Το αρχείο έμεινε άσημο στα ντουλάπια της βιβλιοθήκης για χρόνια.
  • Πολλοί άσημοι καλλιτέχνες παρουσιάστηκαν στη μικρή έκθεση.
  • Το λάθος ήταν άσημο μπροστά στη σοβαρότερη απειλή.