αρμονία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ισορροπίας και εύρυθμης σχέσης μεταξύ των στοιχείων ενός συνόλου, που παράγει αίσθηση ενότητας και τάξης.
2. Στη μουσική, συνδυασμός φθόγγων ή συγχορδιών που ακούγονται ταυτόχρονα και δημιουργούν ευχάριστη ηχητική σχέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασυμφωνία δυσαρμονία παραφωνία διχόνοια διαφωνία σύγκρουση έρις αντιπαλότητα τσακωμός διαπληκτισμός διατάραξη τριβή αναταραχή ανισορροπία ασυνεννοησία διχασμός διαμάχη αταξία χάος αγών αμορφία αποδιοργάνωση αχταρμάς μπάχαλο κατάσταση κρίση κόντρα σύγχυση αναντιστοιχία αντίφαση καβγάς χαοτικότητα εχθρότητα πόλεμος διάσπαση διάσταση ιδιοσυγκρασία ρήγμα σφαγή ακαταλληλότητα παρέκκλιση ασυμβατότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην ορχήστρα υπήρχε απόλυτη αρμονία.
- Η αρμονία των χρωμάτων στον πίνακα δημιούργησε ένα ζεστό κλίμα.
- Οι γείτονες εργάζονται για την κοινωνική αρμονία της περιοχής.
- Με τη γιόγκα βρήκε εσωτερική αρμονία.
- Η αρμονία μεταξύ σχεδίου και λειτουργικότητας κάνει το προϊόν επιτυχημένο.