αποχή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ενέργεια κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα δεν λαμβάνει μέρος σε κάποια δραστηριότητα, διαδικασία ή γεγονός, συνήθως από επιλογή ή ως μορφή διαμαρτυρίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποχή από τις εκλογές αυξήθηκε φέτος.
  • Οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε αποχή από την εργασία μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.
  • Την περίοδο της νηστείας τήρησε αποχή από το κρέας και τα γαλακτοκομικά.
  • Η κοινότητα κήρυξε αποχή από την αγορά προϊόντων της εταιρείας.
  • Ο γιατρός συνέστησε αποχή από το κάπνισμα πριν την επέμβαση.