αποχή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ενέργεια κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα δεν λαμβάνει μέρος σε κάποια δραστηριότητα, διαδικασία ή γεγονός, συνήθως από επιλογή ή ως μορφή διαμαρτυρίας.
Συνώνυμα
πάσο άρνηση αποφυγή απαρνηση αποχώρηση μποϊκοτάζ απουσία αποσυρση στάση απεργία νηστεία παρακράτηση εγκράτεια δισταγμός εγκατάλειψη απροθυμία ουδετερότητα κατάπαυση
Αντώνυμα
συμμετοχή ψήφος προσέλευση παρουσία ενασχόληση επέμβαση παρέμβαση χρήση φωνή μετοχή ψηφοφορία ανάμειξη εμπλοκή αγών γεύμα εορτασμός επιδίωξη κατανάλωση παράθεση συνδρομή συνεισφορά σύνοδος φαγητό αγώνας συνέντευξη πράξη δόση διαγωνισμός άσκηση λήψη εφαρμογή συνεδρίαση συμπεριφορά σεξ εγχείρημα εξάσκηση ερωτισμός παρεμβολή σχολιασμός συμμόρφωση ενεργοποίηση λουτρό φαΐ επιχείρηση εξέταση πολιτική επίσκεψη χορός ψάρεμα κόμμα επαφή εκστρατεία συνήθεια χειρονομία τοστ συναλλαγή ετυμηγορία απόπειρα διατροφή τσιμπούσι
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποχή από τις εκλογές αυξήθηκε φέτος.
- Οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε αποχή από την εργασία μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.
- Την περίοδο της νηστείας τήρησε αποχή από το κρέας και τα γαλακτοκομικά.
- Η κοινότητα κήρυξε αποχή από την αγορά προϊόντων της εταιρείας.
- Ο γιατρός συνέστησε αποχή από το κάπνισμα πριν την επέμβαση.