τοστ

ουσιαστικό

1. Σάντουιτς αποτελούμενο συνήθως από δύο φέτες ψωμιού ή ειδικό ψωμάκι με γέμιση (τυρί, αλλαντικά, λαχανικά κ.ά.) που ψήνεται στην τοστιέρα ή σε φρυγανιέρα μέχρι να ζεσταθεί και να γίνει τραγανό.

Συνώνυμα

πρόποση σάντουιτς μπρουσκέτα κλαμπ σνακ ψωμί

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έφτιαξα ένα τοστ με τυρί και ζαμπόν.
  • Βάλε το τοστ στην τοστιέρα για δύο λεπτά.
  • Το τοστ κάηκε γιατί ξέχασα την τοστιέρα ανοιχτή.
  • Έφαγα δύο τοστ πριν φύγω για τη δουλειά.
  • Στο μίνι μάρκετ αγόρασα συσκευασμένα τοστ για το ταξίδι.