απάθεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ενδιαφέροντος, συναισθηματικής ανταπόκρισης ή ενθουσιασμού απέναντι σε πρόσωπα, γεγονότα ή δραστηριότητες.

2. Κατάσταση μειωμένης κινητοποίησης ή εσωτερικής ώθησης που οδηγεί σε αποχή από δράση ή συμμετοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απάθεια του κοινού απέναντι στην ψηφοφορία ανησυχεί τους πολιτικούς.
  • Ο ψυχολόγος εξήγησε ότι η απάθεια μπορεί να είναι σύμπτωμα κατάθλιψης.
  • Στη στωική παράδοση, η απάθεια θεωρείται μέσο για την εσωτερική γαλήνη.
  • Ο γιατρός σημείωσε απάθεια στις αντιδράσεις του ασθενούς κατά την εξέταση.
  • Παρά την κρίση, πολλοί έδειξαν απάθεια και δεν αντέδρασαν.