απάθεια
ουσιαστικό1. Έλλειψη ενδιαφέροντος, συναισθηματικής ανταπόκρισης ή ενθουσιασμού απέναντι σε πρόσωπα, γεγονότα ή δραστηριότητες.
2. Κατάσταση μειωμένης κινητοποίησης ή εσωτερικής ώθησης που οδηγεί σε αποχή από δράση ή συμμετοχή.
Συνώνυμα
αδιαφορία ασυγκινησία ωχαδερφισμός αδράνεια απονία ατονία ψυχρότητα αβουλία μουδιά αναισθησία αναλγησία απραξία αποξένωση αποστασιοποίηση αταραξία λήθαργος αμεριμνησία
Αντώνυμα
ενδιαφέρον ενθουσιασμός πάθος ευαισθησία συμπόνια ζήλος θέρμη καύλα κολλημάρα λαχτάρα πόθος σπίθα στοργή επιθυμία κίνητρο συναίσθημα εμμονή φλόγα αίσθημα έξαψη αδημονία ενσυναίσθηση οίστρος προσήλωση προσμονή συγκίνηση συναισθηματισμός συναρπασμός συμμετοχή κινητοποίηση ενεργητικότητα δραστηριότητα εγρήγορση αντίδραση έκσταση έννοια βουλή ζωντάνια γλύκα όρεξη ανησυχία πνεύμα αίσθηση αλληλεγγύη ανυπομονησία αφύπνιση ζωηράδα ζωηρότητα σπαραγμός τρυφερότητα ακρόαση βούληση ζεστασιά θερμότητα νεύρο πανικός ερωτισμός παροξυσμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η απάθεια του κοινού απέναντι στην ψηφοφορία ανησυχεί τους πολιτικούς.
- Ο ψυχολόγος εξήγησε ότι η απάθεια μπορεί να είναι σύμπτωμα κατάθλιψης.
- Στη στωική παράδοση, η απάθεια θεωρείται μέσο για την εσωτερική γαλήνη.
- Ο γιατρός σημείωσε απάθεια στις αντιδράσεις του ασθενούς κατά την εξέταση.
- Παρά την κρίση, πολλοί έδειξαν απάθεια και δεν αντέδρασαν.