ενσυναίσθηση
ουσιαστικό1. Ικανότητα ή ψυχική κατάσταση που επιτρέπει σε ένα άτομο να αντιλαμβάνεται, να κατανοεί και να συμμερίζεται τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων, χωρίς απαραίτητα να τα συγχέει με τα δικά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αδιαφορία ψυχρότητα απάθεια αναισθησία φρικαλεότητα ασυγκινησία αναλγησία σκληρότητα απανθρωπιά αποστασιοποίηση εκφοβισμός κυνισμός παγερότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ενσυναίσθηση τον βοήθησε να καταλάβει πώς ένιωθε ο φίλος του.
- Ως γιατρός, χρειάζεται να δείχνει ενσυναίσθηση στους ασθενείς του.
- Η ενσυναίσθηση είναι σημαντική στην επικοινωνία και στη συνεργασία.
- Χωρίς ενσυναίσθηση, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων γίνονται πιο δύσκολες.
- Οι γονείς προσπάθησαν να καλλιεργήσουν ενσυναίσθηση στα παιδιά τους.