προσμονή

ουσιαστικό

1. Εσωτερική κατάσταση αναμονής και ανυπομονησίας, συνοδευόμενη από ελπίδα για την έλευση ή την ευνοϊκή έκβαση ενός μελλοντικού γεγονότος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωθε μεγάλη προσμονή για το ταξίδι στην πατρίδα.
  • Περιμέναμε με προσμονή την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
  • Η προσμονή πριν από την παράσταση έκανε το κοινό να νιώθει ένταση.
  • Το παιδί κοίταζε το παράθυρο κάθε πρωί με προσμονή για το γράμμα.
  • Η προσμονή των τελευταίων ημερών τον είχε κάνει ανήσυχο.