όρεξη

ουσιαστικό

1. Εσωτερική βιολογική και ψυχολογική ανάγκη ή επιθυμία για λήψη τροφής, που εκδηλώνεται ως κίνητρο για κατανάλωση και σχετίζεται με την αίσθηση πείνας και κορεσμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω όρεξη για πίτσα απόψε.
  • Μου χάθηκε η όρεξη μετά τα δυσάρεστα νέα.
  • Ξαφνικά του ήρθε όρεξη να ταξιδέψει.
  • Η ομάδα είχε μεγάλη όρεξη για δουλειά και τελείωσε το έργο νωρίτερα.
  • Δεν έχω όρεξη να βγω απόψε.