καύλα
ουσιαστικό1. Έντονη σεξουαλική διέγερση ή επιθυμία προς σεξουαλική επαφή.
2. Χρησιμοποιείται στη λαϊκή ορολογία ως χυδαία έκφραση για έντονη ηδονή, πάθος ή ενθουσιασμό σε γενικότερο πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον κυρίευσε η καύλα όταν τη σκέφτηκε.
- Τι καύλα ήταν εκείνο το κομμάτι!
- Η συναυλία χθες ήταν καύλα, όλοι χορεύαμε χωρίς σταματημό.
- Έχει καύλα να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο.
- Η επιτυχία του έδωσε μια νέα καύλα για τη δουλειά.