αναισθησία

ουσιαστικό

1. Απώλεια ή μείωση της αισθητικότητας και της ικανότητας αντίληψης του πόνου σε μέρος ή στο σύνολο του σώματος, είτε προσωρινή είτε μόνιμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πριν την επέμβαση, ο ασθενής τέθηκε υπό αναισθησία.
  • Ο γιατρός χορήγησε τοπική αναισθησία για να ράψει το τραύμα.
  • Μετά το χτύπημα, ένιωσε πλήρη αναισθησία στο αριστερό χέρι.
  • Η κοινωνική αναισθησία απέναντι στον πόνο των άλλων είναι προβληματική.
  • Παρατηρείται μια γενική αναισθησία στις αντιδράσεις του κοινού σε ανησυχητικά νέα.