πόθος
ουσιαστικό1. Ισχυρή εσωτερική ανάγκη ή κλίση προς κάτι, που ωθεί το άτομο να το επιδιώξει ή να το αποκτήσει.
2. Έντονο ερωτικό ή σεξουαλικό αίσθημα προς πρόσωπο, συχνά συνοδευόμενο από λαχτάρα και πάθος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πόθος της για την πατρίδα δεν έσβησε ποτέ.
- Ο πόθος ανάμεσά τους ήταν εμφανής σε κάθε βλέμμα.
- Ο πόθος του να γίνει γιατρός τον ώθησε να δουλέψει σκληρά.
- Ο πόθος για το γλυκό έγινε πιο δυνατός μετά το δείπνο.
- Ο πόθος της καρδιάς του τον οδηγούσε σε τολμηρές επιλογές.