αίσθηση
ουσιαστικό1. Εμπειρία που προκύπτει από τη διέγερση των αισθητηριακών οργάνων (όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση) και την επεξεργασία των νευρικών σημάτων στον εγκέφαλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε μια έντονη αίσθηση καψίματος στο χέρι.
- Η επιτυχία της έφερε αίσθηση ικανοποίησης.
- Ο καθηγητής έδωσε την αίσθηση ότι ήξερε το θέμα πολύ καλά.
- Η παρουσία του φρουρού έδωσε στους κατοίκους αίσθηση ασφάλειας.
- Κατά το ατύχημα έχασε την αίσθηση του χρόνου.