ανάπαυση
ουσιαστικό1. Χρονική περίοδος προσωρινής παύσης της σωματικής ή πνευματικής δραστηριότητας με σκοπό την ανάκτηση δυνάμεων και την αποκατάσταση.
2. Κατάσταση ηρεμίας και σιωπής κατά την οποία το σώμα ή το νου βρίσκονται σε χαλάρωση και μειωμένη ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εργασία δουλειά κόπος κόπωση αγώνισμα βάσανο βασανισμός εξόντωση μαρτύριο μόχθος σκοπιά σπορ στίβος βόλτα έργο άσκηση ενόχληση διάβασμα κούρσα βασανιστήριο επιφυλακή εξάντληση καταπόνηση προπόνηση δραστηριότητα απασχόληση εγρήγορση διέγερση δοκιμασία κίνημα στρες ταλαιπωρία μάθημα αγώνας ζόρι πονοκέφαλος περπάτημα άθλημα άλγος γυμναστική περπατησιά σεμινάριο σπαραγμός αγρυπνία κίνηση αναταραχή άγχος ταραχή διαδρομή βάρδια αποστολή
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζομαι λίγη ανάπαυση μετά από μια κουραστική μέρα.
- Ο γιατρός συνέστησε πλήρη ανάπαυση για μια εβδομάδα.
- Η σύντομη ανάπαυση του μεσημεριού τον αναζωογόνησε.
- Εύχομαι να βρει αιώνια ανάπαυση.
- Το διάλειμμα έδωσε λίγη ανάπαυση στα κουρασμένα μάτια.