έκθεση
ουσιαστικό1. Γραπτό ή προφορικό κείμενο που παρουσιάζει, αναλύει και τεκμηριώνει ιδέες, γεγονότα ή απόψεις για ένα συγκεκριμένο θέμα, με σκοπό την ενημέρωση, την εκπαίδευση ή την αξιολόγηση.
Συνώνυμα
σύνθεση δοκίμιο αναφορά επίδειξη απολογισμός παρουσίαση προβολή δημοσίευση ανασκόπηση καταγραφή γραφή δημοσιοποίηση δήλωση ρεπορτάζ ανάδειξη ξεσκέπασμα παράθεση υπόμνημα δημοσιότητα σύνταξη περιγραφή αφήγηση εξιστόρηση αποκάλυψη προθήκη εκθετήριο γκαλερί σόου επαφή έγγραφο σαλόνι βιτρίνα δελτίο μελέτη γνωμάτευση ευαλωτότητα μνημόνιο
Αντώνυμα
απόκρυψη κάλυψη αποσιώπηση καταφύγιο άσυλο ασπίς ασφάλιση ιδιωτικότητα προφύλαξη επικάλυμμα θωράκιση καμουφλάζ περιφρούρηση καβάτζα φρούρηση προστασία μυστικότητα σιωπή απομόνωση σκέπασμα κάλυμμα αποθήκη στέγη υπεράσπιση κρυψώνα εμπιστευτικότητα επικάλυψη κρύπτη παραπέτασμα φύλαξη διασφάλιση εχεμύθεια θάψιμο κουκούλωμα κρύψιμο περίληψη ανωνυμία σκίαση υποέκθεση ασφάλεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η έκθεση ζωγραφικής άνοιξε στο νέο μουσείο.
- Η καθηγήτρια ζήτησε από τους μαθητές να γράψουν μια έκθεση για τις διακοπές τους.
- Η παρατεταμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να είναι επικίνδυνη.
- Ο αστυνομικός συνέταξε την έκθεση του συμβάντος.
- Η εταιρεία δημοσίευσε την ετήσια έκθεση οικονομικών αποτελεσμάτων.