αποθήκη
ουσιαστικό1. Χώρος ή κτίριο όπου φυλάσσονται, οργανώνονται και προστατεύονται αγαθά, εμπορεύματα, πρώτες ύλες ή προμήθειες, προσωρινά ή μόνιμα.
2. Τμήμα οχήματος, πλοίου ή εγκατάστασης προοριζόμενο για φύλαξη φορτίου ή εφοδίων.
Συνώνυμα
αποθετήριο αποθηκευτήριο αποθηκούλα θησαυροφυλάκιο αρχείο ντεπό χώρος αχυρώνας αρχειοθήκη θησαυρός κρυψώνα δεξαμενή υπόγειο γκαράζ κρύπτη κτίσμα οίκημα οικοδόμημα καμαρούλα κρησφύγετο κτήριο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποθήκη του σπιτιού είναι γεμάτη με κουτιά και εργαλεία.
- Το φορτηγό μετέφερε τα εμπορεύματα στην κεντρική αποθήκη της εταιρείας.
- Στο κατάστημα βρήκα το προϊόν στην αποθήκη, όχι στο ράφι.
- Η παλιά αποθήκη στο λιμάνι έχει μετατραπεί σε χώρο εκθέσεων.
- Η βιβλιοθήκη θεωρείται αποθήκη γνώσης για τους μελετητές.