έγγραφο
ουσιαστικό1. Γραπτό ή τυπωμένο υλικό που περιέχει πληροφορίες, δηλώσεις ή καταγραφές και χρησιμεύει ως μέσο τεκμηρίωσης, επικοινωνίας ή αρχειοθέτησης.
Συνώνυμα
έντυπο γραπτό χαρτί χειρόγραφο αντίγραφο πρωτότυπο τεκμήριο φόρμα δίπλωμα κείμενο γραφή δελτίο τεκμηρίωση μνημόνιο ντοκουμέντο βεβαίωση πιστοποιητικό απόδειξη σύμβαση συμβόλαιο πράξη πρακτικό γράμμα σημείωμα υπόμνημα έκθεση φάκελος φύλλο επιστολή πρωτόκολλο μαρτυρία τίτλος φαξ ειδοποιητήριο πιστοποίηση συμφωνητικό ανακοίνωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να υπογράψεις αυτό το έγγραφο πριν φύγουμε.
- Το έγγραφο απαιτείται για την αίτηση στο δημόσιο.
- Έστειλα το έγγραφο με email στον διευθυντή.
- Χρειάζομαι ένα έγγραφο που να αποδεικνύει την ταυτότητά σου.
- Το έγγραφο κατατέθηκε στο αρχείο του δικαστηρίου.