δοκίμιο
ουσιαστικό1. Σύντομο πεζό κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας αναπτύσσει προσωπικές ιδέες, παρατηρήσεις ή κριτική για ένα θέμα, συχνά με δομημένη επιχειρηματολογία και εκφραστικό ύφος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έγραψε ένα δοκίμιο για την ιστορία της φιλοσοφίας.
- Το δοκίμιο στην εξέταση του μαθήματος ήταν απαιτητικό.
- Διάβασα ένα ενδιαφέρον δοκίμιο στην εφημερίδα για την τεχνητή νοημοσύνη.
- Ο καθηγητής σχολίασε το δοκίμιο και έδωσε διορθώσεις πριν την τελική υποβολή.
- Αυτό το δοκίμιο θεωρείται σημαντικό στον χώρο της κριτικής λογοτεχνίας.