εκκρεμότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία κάτι δεν έχει ολοκληρωθεί ή επιλυθεί και παραμένει σε αναμονή για απόφαση, ενέργεια ή διεκπεραίωση.

2. Ζήτημα, υπόθεση ή υποχρέωση που εκκρεμεί και απαιτεί μελλοντική ενέργεια ή διευθέτηση από αρμόδιο ή ενδιαφερόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκκρεμότητα στον φάκελο πρέπει να διευθετηθεί μέχρι την Παρασκευή.
  • Η εκκρεμότητα της υπόθεσης στο δικαστήριο επιβραδύνει την έκδοση αποφάσεων.
  • Η εκκρεμότητα της πληρωμής εμφανίζεται στο λογιστικό σύστημα ως οφειλή.
  • Υπάρχει μια εκκρεμότητα που δεν μας αφήνει να προχωρήσουμε με το έργο.
  • Αισθανόταν την εκκρεμότητα της απάντησης σαν βάρος στο στήθος της.