βουνό
ουσιαστικό1. Φυσική γεωμορφή της γήινης επιφάνειας που υψώνεται σημαντικά πάνω από το γύρω έδαφος, με κορυφές και πλαγιές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βουνό είναι καλυμμένο με χιόνι τον χειμώνα.
- Πήγαμε στο βουνό για πεζοπορία το σαββατοκύριακο.
- Τα βουνά της περιοχής προσελκύουν πολλούς ορειβάτες.
- Έχω βουνό δουλειά να τελειώσω πριν τη Δευτέρα.
- Ένα μικρό πρόβλημα του φαινόταν βουνό, αλλά τελικά το έλυσε.