τρολάρισμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή συμπεριφορά που αποσκοπεί στο να προκαλέσει, να ενοχλήσει ή να διασκεδάσει μέσω ειρωνικών, παραπλανητικών ή προκλητικών σχολίων και ενεργειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σεβασμός στήριξη βοήθεια ευγένεια καλοπροαίρεση συμπαράσταση ειλικρίνεια σοβαρότητα συνεργασία αλληλεγγύη συνδρομή
Παραδείγματα χρήσης
- Το τρολάρισμα στο διαδίκτυο μπορεί να είναι αθώο ή κακόβουλο.
- Έκαναν ένα τρολάρισμα στους φίλους τους στέλνοντας ψεύτικη πρόσκληση.
- Υπέστη τρολάρισμα στα σχόλια μετά την ανάρτηση μιας προσωπικής φωτογραφίας.
- Το τρολάρισμα ενός δημοφιλούς streamer έκανε το βίντεο viral.
- Το τρολάρισμα στο γραφείο πέρασε τα όρια και έγινε προσωπική επίθεση.