ξαπλώνω

ρήμα

1. Τοποθετώ ή τοποθετούμαι με το σώμα σε οριζόντια θέση για ανάπαυση, ύπνο ή ξεκούραση.

2. Τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε οριζόντια θέση, για περίθαλψη, εξέταση ή μεταφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα το απόγευμα ξαπλώνω για να ξεκουραστώ.
  • Όταν πάω στην παραλία, πάντα ξαπλώνω κάτω από την ομπρέλα και διαβάζω.
  • Η γιαγιά ξάπλωσε το τραπεζομάντηλο πάνω στο γρασίδι πριν το πικνίκ.
  • Ο ασθενής ξαπλώνεται στο φορείο για να τον εξετάσουν οι γιατροί.
  • Τα παιδιά ξαπλώθηκαν στον καναπέ και είδαν τηλεόραση.