υψώνομαι
ρήμα1. Ανυψώνομαι ή ανεβαίνω προς τα πάνω, παίρνοντας υψηλότερη θέση ή στάση.
2. Υψώνω το σώμα, το κεφάλι ή άλλο μέρος μου σε πιο όρθια ή ψηλή θέση.
3. Αυξάνομαι σε ύψος, επίπεδο ή ένταση, ιδίως για νερό, ήχο, κύματα ή άλλες μετρήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπαλόνι άρχισε να υψώνομαι αργά στον ουρανό.
- Κάθε πρωί υψώνομαι πάνω από το έδαφος καθώς ανεβαίνει το αερόστατο.
- Όταν ακούγεται ο εθνικός ύμνος, νιώθω ότι υψώνομαι ψυχικά.
- Το άγαλμα φαίνεται να υψώνομαι επιβλητικά στο κέντρο της πλατείας.
- Με την προσπάθεια και την επιμονή μου, υψώνομαι πάνω από τις δυσκολίες.