εγωισμός

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή στάση κατά την οποία ένα άτομο προτάσσει το προσωπικό του συμφέρον, τις ανάγκες ή την εικόνα του εις βάρος των άλλων.

Συνώνυμα

εγωιστικότητα εγωκεντρισμός εγωκεντρικότητα αυτοκεντρισμός εγωμανία εγωπάθεια ατομικισμός ατομισμός ιδιοτέλεια έπαρση αλαζονεία υπερηφάνεια αυτολατρεία αυταρέσκεια ναρκισσισμός αυτοπροβολή τσιγκουνιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εγωισμός του τον εμπόδισε να ζητήσει συγγνώμη.
  • Ο εγωισμός μερικές φορές λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοπροστασίας.
  • Ο εγωισμός στην ομάδα έβλαψε τη συνεργασία και την απόδοση.
  • Σε κάποιες θεωρίες, ο εγωισμός θεωρείται κινητήρια δύναμη της συμπεριφοράς.
  • Μετά την αποτυχία, ο εγωισμός του μειώθηκε και έγινε πιο ανοιχτός σε κριτική.