ανεπιτήδευση
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο ή αντικείμενο εμφανίζεται φυσικό, απλό και ειλικρινές στην έκφραση ή στη συμπεριφορά, χωρίς τεχνητές στάσεις ή προσποιητή επίδειξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιτήδευση τεχνητότητα επιδειξιομανία επίδειξη προκλητικότητα ψευτιά ύφος τεχνοτροπία αλαζονεία υπερβολή
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανεπιτήδευση της συμπεριφοράς του γοήτευσε τους παρευρισκόμενους.
- Στο κείμενό της κυριαρχεί η ανεπιτήδευση, που το κάνει πιο προσιτό.
- Με ανεπιτήδευση και χιούμορ περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια.
- Η ανεπιτήδευση του σχεδίου αποκαλύπτει την ποιότητα αντί για φανφάρες.
- Παρά την επιτυχία, διατήρησε την ανεπιτήδευση του χαρακτήρα του.