κοσμιότητα
άλλοΗ ποιότητα ή η κατάσταση του να συμπεριφέρεται ή να εμφανίζεται κάποιος με μέτρο, τάξη και σεβασμό προς τους κανόνες ευπρέπειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απρέπεια χυδαιότητα ασεμνότητα αυθάδεια βωμολοχία προκλητικότητα αγένεια ασέλγεια ανηθικότητα ασέβεια αθυροστομία
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοσμιότητα στη συμπεριφορά του εντυπωσίασε όλους.
- Ζήτησε από τους μαθητές να μιλούν με κοσμιότητα μέσα στην τάξη.
- Παρά τη διαφωνία, κράτησαν την κοσμιότητα της συζήτησης.
- Η κοσμιότητα του λόγου της έκανε καλή εντύπωση στο ακροατήριο.
- Σε έναν δημόσιο χώρο, η κοσμιότητα είναι σημαντική.