θράσος
ουσιαστικόΗ ιδιότητα ή συμπεριφορά που εκδηλώνεται με απροκάλυπτη έλλειψη σεβασμού προς τους άλλους, υπερβολική αυτοπεποίθηση και επιδεικτική τόλμη που αγνοεί κοινωνικά όρια και πιθανές συνέπειες.
Συνώνυμα
αυθάδεια αναίδεια αδιαντροπιά αναισχυντία θρασύτητα ύβρις αλαζονεία υπεροψία έπαρση προκλητικότητα αμετροέπεια νεύρο ατρόμησία μαγκιά τόλμη παρρησία απρέπεια αγένεια απερισκεψία μούρη κότσια ωμότητα τσαμπουκάς θάρρος κουράγιο αυτοπεποίθηση τολμηρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν έχει θράσος να μου μιλάει έτσι.
- Το θράσος του να ζητήσει προαγωγή χωρίς να έχει προσφέρει τίποτα ήταν απίστευτο.
- Χρειάζεται θράσος για να πεις την αλήθεια σε άτομα εξουσίας.
- Είχε το θράσος να εισβάλει στο γραφείο και να αρπάξει τα έγγραφα.
- Το δικαστήριο δεν ανέχθηκε τέτοιο θράσος στην αίθουσα.