μαγκιά
ουσιαστικό1. Στάση ή συμπεριφορά που εκδηλώνει θρασύτητα, αυτοπεποίθηση και επιδεικτική αντοχή στον κοινωνικό κίνδυνο για να εντυπωσιάσει ή να επιβληθεί.
2. Πράξη ή χειρονομία που αποσκοπεί στο να δείξει τόλμη, αδιαφορία για συνέπειες ή κοινωνική υπεροχή.
Συνώνυμα
τσαμπουκάς παλικαριά τόλμη θάρρος θράσος έπαρση ατρόμησία τσαμπουκισμός αλαζονεία αυταρέσκεια αυτοπεποίθηση φανφαρολογία τραμπουκισμός συμπεριφορά αυθάδεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν είναι μαγκιά να κοροϊδεύεις κάποιον που έχει πρόβλημα.
- Έδειξε μαγκιά όταν ομολόγησε το λάθος του και ζήτησε συγγνώμη.
- Αυτό που έκανες με τη συμφωνία ήταν πραγματική μαγκιά.
- Έχει μαγκιά να ζητάει λεφτά αφού δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του.
- Η μεγαλύτερη μαγκιά είναι να υποστηρίζεις τους φίλους σου στις δύσκολες στιγμές.