ύβρις

ουσιαστικό

1. Η στάση ή πράξη κατά την οποία κάποιο άτομο υπερβαίνει τα αποδεκτά όρια με υπερβολική αυτοπεποίθηση και περιφρόνηση προς τους άλλους ή προς θεϊκές αρχές, όπως περιγράφεται στην αρχαία ελληνική ηθική ως σοβαρό ηθικό παράπτωμα που συχνά επισύρει αντίποινα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ύβρις του ήρωα οδήγησε στην τραγική του πτώση.
  • Η πολιτική ύβρις του δημάρχου κόστισε στην πόλη σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης.
  • Δεν θα ανεχτώ τέτοια ύβρις απέναντί μου.
  • Η επίθεση περιείχε στοιχεία ύβρις, γι' αυτό ασκήθηκε ποινική δίωξη.
  • Στην αρχαία σκέψη, η ύβρις θεωρείτο παραβίαση των θεϊκών ορίων.