απλότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό του να είναι απλό, χωρίς περιττή πολυπλοκότητα, λεπτομέρειες ή στολισμό, και εύκολο στην κατανόηση ή στην εφαρμογή.

2. Η ευκολία στη χρήση ή στην εκτέλεση που προκύπτει από την απουσία δυσνόητων ή περιττών στοιχείων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απλότητα του σχεδίου τόνιζε την κομψότητά του.
  • Η απλότητα της λύσης μείωσε τα λάθη και εξοικονόμησε χρόνο.
  • Η απλότητα της συμπεριφοράς της κέρδισε την εμπιστοσύνη των άλλων.
  • Η απλότητα της γλώσσας στο κείμενο κάνει το νόημα προσιτό.
  • Η απλότητα στην καθημερινή ζωή του έφερε γαλήνη.