εσπέρα
ουσιαστικό1. Χρονική περίοδος της ημέρας που έπεται του απογεύματος, κατά την οποία μειώνεται σταδιακά το φυσικό φως και πλησιάζει η νυχτερινή φάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εσπέρα στο χωριό είναι ήσυχη και μυρίζει γιασεμί.
- Θα σε δω την εσπέρα μετά τη δουλειά.
- Μόλις έπεσε η εσπέρα, άναψαν τα φώτα της πόλης.
- Την εσπέρα της γιορτής μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι του παππού.
- Καθίσαμε στην ταράτσα και απολαύσαμε την εσπέρα με κρασί.