κουτός
επίθετο1. Που παρουσιάζει περιορισμένη ικανότητα κατανόησης ή μάθησης και μειωμένη κρίση.
2. Που ενεργεί χωρίς προσοχή ή σκέψη, κάνοντας απερίσκεπτες ή αδέξιες ενέργειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
έξυπνος ευφυής νοήμων οξυδερκής λογικός σοφός σώφρων ορθολογικός επινοητικός δημιουργικός πρακτικός ικανός συλλογιστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κουτός δεν κατάλαβε καν το αστείο.
- Η κουτή πίστεψε την απίθανη δικαιολογία.
- Ήταν ένα κουτό λάθος που μπορούσε να αποφευχθεί.
- Οι κουτοί συνέχισαν να εμπιστεύονται ψεύτικες ειδήσεις.
- Μην κάνεις τον κουτό απέναντι στη συζήτηση — πες την αλήθεια.