άτοπος
επίθετο1. Που δεν ταιριάζει με το θέμα, την περίσταση ή την κοινή λογική.
2. Που φαίνεται παράξενος, ασυνήθιστος ή ακατάλληλος για το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ιδέα του ήταν εντελώς άτοπη και δεν ταίριαζε με την περίσταση.
- Θεώρησα άτοπο το σχόλιό του, γιατί προσέβαλε τους παρευρισκόμενους.
- Είναι άτοπο να κατηγορούμε όλους για το λάθος ενός ανθρώπου.
- Η στάση του στη συζήτηση ήταν όχι μόνο απρεπής, αλλά και άτοπη.
- Θα ήταν άτοπο να επιμείνεις τώρα, αφού δεν υπάρχουν στοιχεία.