αναλυτικός
επίθετο1. Που εξετάζει ή διερευνά ένα αντικείμενο διασπώντας το σε μέρη ή στοιχεία για να κατανοηθεί καλύτερα.
2. Που χαρακτηρίζεται από λεπτομερή, συστηματική και διεξοδική αντιμετώπιση ή παρουσίαση.
Συνώνυμα
λεπτομερής διεξοδικός μεθοδικός συστηματικός σχολαστικός επεξηγηματικός τεκμηριωμένος διερευνητικός εκτενής εξαντλητικός συλλογιστικός διεισδυτικός κριτικός λογικός ακριβής διαφωτιστικός ψαγμένος ορθολογικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αναλυτικός μαθηματικός έλυσε το πρόβλημα βήμα βήμα.
- Έγραψε μια αναλυτική αναφορά για τα αποτελέσματα της έρευνας.
- Στο εργαστήριο πραγματοποιήθηκε αναλυτική εξέταση του δείγματος.
- Ο καθηγητής ζήτησε να εξηγηθεί αναλυτικά η διαδικασία.
- Οι αναλυτικοί πίνακες δεδομένων βοήθησαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων.