αυθαίρετος
επίθετο1. Που γίνεται ή αποφασίζεται χωρίς λογική αιτία ή αντικειμενικά κριτήρια, βάσει προσωπικής βούλησης ή τυχαίας επιλογής.
2. Που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία ή παρορμητικότητα, χωρίς σεβασμό σε κανόνες, όρια ή δίκαιες διαδικασίες.
Συνώνυμα
αναιτιολόγητος αδικαιολόγητος ατεκμηρίωτος αυταρχικός δεσποτικός παράνομος παράτυπος άδικος παράλογος ακανόνιστος μονομερής ανεξέλεγκτος πλασματικός τυχαίος παρορμητικός απερίσκεπτος ιδιόρρυθμος αυτοσχέδιος επιπόλαιος καπριτσιώδης επιβολικός άτυπος
Αντώνυμα
τεκμηριωμένος αιτιολογημένος δικαιολογημένος νόμιμος έννομος συστηματικός ορθολογικός λογικός μετρημένος προδιαγεγραμμένος συνειδητός προβλέψιμος διαφανής παραδεδεγμένος προορισμένος σχεδιασμένος πραγματικός προβλεπόμενος τυποποιημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιτροπή πήρε μια αυθαίρετη απόφαση χωρίς εξήγηση.
- Το κτίσμα στην πλαγιά θεωρείται αυθαίρετο και κινδυνεύει με κατεδάφιση.
- Οι κανόνες επιβλήθηκαν με αυθαίρετο τρόπο, χωρίς διαβούλευση.
- Οι αυθαίρετες αλλαγές στο πρόγραμμα δημιούργησαν σύγχυση στους φοιτητές.
- Ο καθηγητής χαρακτήρισε τις εκτιμήσεις αυθαίρετες, επειδή δεν στηρίζονταν σε δεδομένα.