απίθανος
επίθετο1. Που έχει πολύ μικρή πιθανότητα να συμβεί ή να είναι αληθινό.
2. Που προκαλεί έντονη έκπληξη ή θαυμασμό λόγω ασυνήθιστων, εξαιρετικών ή εντυπωσιακών χαρακτηριστικών.
Συνώνυμα
απίστευτος εξωπραγματικός εκπληκτικός καταπληκτικός εντυπωσιακός φανταστικός υπέροχος φοβερός τρομερός εξαιρετικός πρωτοφανής εκθαμβωτικός σούπερ γαμάτος αδιανόητος εξωφρενικός θεϊκός θαυμαστός αξιοθαύμαστος σπουδαίος μοναδικός αμίμητος πρωτότυπος μνημειώδης ασυνήθιστος παράδοξος παράξενος θαυματουργός τρελός αδύνατος δεινός ασύλληπτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι απίθανο να βρέξει σήμερα.
- Ο Γιάννης είναι πραγματικά απίθανος στο ποδόσφαιρο.
- Ήταν μια απίθανη ιδέα που μας έσωσε την κατάσταση.
- Οι ηθοποιοί στο έργο ήταν απίθανοι.
- Η δικαιολογία που έδωσε ήταν απίθανη και κανείς δεν την πίστεψε.