μυστικιστικός
άλλοΠου σχετίζεται με εμπειρίες, αντιλήψεις ή πεποιθήσεις που αποδίδονται σε κρυφές, υπερβατικές ή ανεξήγητες δυνάμεις.
Συνώνυμα
εσωτεριστικός μυστηριακός αποκρυφιστικός πνευματικός υπερβατικός ερμητικός μυσταγωγικός απόκρυφος μυστηριώδης σαμανικός θεοσοφικός παραψυχικός μαντικός ψαγμένος μυστικός μαγικός
Αντώνυμα
κοσμικός επιστημονικός ορθολογικός φανερός λογικός ρεαλιστικός διαφανής γήινος πρακτικός συμβατικός επιφανειακός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μοναχός αφιέρωσε τη ζωή του σε μυστικιστική αναζήτηση της ενότητας με το θείο.
- Η μυστικιστική ατμόσφαιρα της σπηλιάς προκάλεσε δέος στους επισκέπτες.
- Το μυθιστόρημα έχει ένα έντονο μυστικιστικό στοιχείο.
- Είναι γνωστός ως μυστικιστικός δάσκαλος, που επικεντρώνεται στα εσωτερικά βιώματα.
- Οι τελετές στη φυλή βασίζονται σε μυστικιστικές παραδόσεις και συμβολισμούς.