παθολογικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με την παθολογία ή με νόσηση, δηλαδή που αναφέρεται σε δομικές ή λειτουργικές αλλοιώσεις του οργανισμού οι οποίες οφείλονται σε ασθένεια.
Συνώνυμα
νοσηρός αρρωστημένος κλινικός νοσολογικός ψυχοπαθολογικός εμμονικός εθισμένος ανώμαλος ιατρικός υπερβολικός ανεξέλεγκτος αποκλίνων
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παθολογική κλινική συνέστησε περαιτέρω εξετάσεις για την καρδιά.
- Ο παθολογικός ψεύτης δεν μπορεί να σταματήσει να επινοεί ιστορίες.
- Η παθολογική εξάρτηση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επηρέασε την καθημερινότητά του.
- Τα παθολογικά ευρήματα στο αίμα έδειξαν φλεγμονή.
- Η παθολογική κόπωση της ασθενούς οδήγησε σε περαιτέρω διερεύνηση.