τακτοποίηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά την οποία αντικείμενα, χώροι ή στοιχεία τίθενται σε τάξη ώστε να εξαλειφθεί η αταξία και να διευκολυνθεί η χρήση τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τακτοποίηση του σαλονιού πήρε ολόκληρο το πρωινό.
  • Η τακτοποίηση των εγγράφων στο γραφείο χρειάζεται προσοχή.
  • Η τακτοποίηση της ιδιοκτησίας στο συμβολαιογραφείο ολοκληρώθηκε χθες.
  • Η τακτοποίηση των οφειλών έγινε σε δόσεις.
  • Η τακτοποίηση του προσωπικού μετά τη συγχώνευση καθυστέρησε μήνες.
  • Η τακτοποίηση των φορολογικών εκκρεμοτήτων απαιτεί χαρτιά και υπομονή.