σύντροφος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που συνοδεύει άλλο άτομο ή ομάδα, παρέχοντας παρέα, υποστήριξη ή κοινή παρουσία.

2. Πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με στενούς προσωπικούς, συναισθηματικούς ή ρομαντικούς δεσμούς και με το οποίο μοιράζεται στιγμές της ζωής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σύντροφος της Μαρίας ήρθε στο δείπνο.
  • Η σύντροφος του Πέτρου σπούδασε ιατρική.
  • Ο σύντροφος στην πολιτική οργάνωση ανέλαβε την ομιλία.
  • Ο σύντροφος που ταξίδεψε μαζί μου ήταν πολύ ευγενικός.
  • Οι σύντροφοι στο πεδίο της μάχης έδειξαν αλληλεγγύη.