κολλητή

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο με το οποίο υπάρχει στενή, εμπιστευτική και διαρκής συναισθηματική σχέση, που παρέχει αμοιβαία στήριξη και κοινή συμμετοχή σε προσωπικές εμπειρίες.

Συνώνυμα

φίλη κολλημένη κολλητός φιλαράκι σύντροφος αδερφή κολλητική προσκολλημένη στενή συντρόφισσα συνοδοιπόρος φίλος φιλαράκος φιλενάδα σφιχτή ψυχή φιλεναδίτσα κολλητούλα ταίρι

Αντώνυμα

ξένη εχθρή ξεκολλημένη αποκολλημένη αντικολλητική αγνώστρια αντίπαλη χαλαρή

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κολλητή μου με βοήθησε να μετακομίσω.
  • Η κολλητή ένωση των καλωδίων στο κύκλωμα χρειάζεται έλεγχο.
  • Η κολλητή πόρτα οδηγεί στην κουζίνα.
  • Η αφίσα είναι κολλητή στον τοίχο και δεν πέφτει.
  • Πήγαμε για καφέ με την κολλητή.