ρουφιάνος
ουσιαστικό1. Άτομο που προδίδει ή μαρτυρά πληροφορίες για άλλους σε αρχές ή σε αντιπάλους, συχνά με αποτέλεσμα τη βλάβη ή την τιμωρία αυτών που προδίδονται.
Συνώνυμα
καταδότης χαφιές καρφιάς πληροφοριοδότης καρφωτής ενημερωτής κατάσκοπος προδότης ποντικός χαφιεδάκος καρφί κουτσομπόλης αλήτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης αποδείχτηκε ρουφιάνος όταν κατήγγειλε τους φίλους του στην αστυνομία.
- Μην είσαι ρουφιάνος, δεν χρειάζεται να πεις τα πάντα στον διευθυντή.
- Κατά τη διάρκεια του πολέμου τον υπέδειξαν ως ρουφιάνος της αντίστασης.
- Τον θεωρούν ρουφιάνος της παρέας επειδή μαθαίνουν τα μυστικά του σχολείου από αυτόν.
- Η λέξη ρουφιάνος συχνά χρησιμοποιείται ως ύβρις για να πληγώσει κάποιον.