μοναχός
ουσιαστικό1. Άτομο που αφιερώνει τη ζωή του στη μοναστική τάξη μιας θρησκείας, διαμένει σε μοναστήρι ή κοινόβιο και τηρεί κανόνες ασκητικού, πνευματικού και λειτουργικού βίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μοναχός προσευχόταν στο παρεκκλήσι.
- Επέλεξε να γίνει μοναχός και να ζήσει απομονωμένος.
- Οι μοναχοί της μονής εργάζονται στον κήπο κάθε πρωί.
- Ο κανόνας του μοναχού απαιτεί αυτοσυγκράτηση και σιωπή.
- Τον γνώρισα ως μοναχό που αφιέρωνε ώρες στη μελέτη.