κοπέλα

ουσιαστικό

1. Άτομο θηλυκού φύλου νεαρής ηλικίας, συνήθως σε φάση εφηβείας ή πρώιμης ενηλικίωσης.

2. Γυναίκα που διατηρεί ερωτική ή συντροφική σχέση με κάποιον.

3. Προσφώνηση ή αναφορά προς νεαρή γυναίκα σε ανεπίσημο ή ευγενικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κοπέλα που κάθεται στην πρώτη σειρά τραγουδάει όμορφα.
  • Η κοπέλα του Αλέξη δουλεύει σε αυτό το γραφείο.
  • Φώναξα: «κοπέλα, μπορείς να με βοηθήσεις;»
  • Είδα μια κοπέλα στο πάρκο να παίζει με τον σκύλο της.
  • Οι φίλοι του τον ρώτησαν ποια κοπέλα του αρέσει περισσότερο.