γυνή
ουσιαστικό1. Ενήλικη θήλεια ανθρώπινη ύπαρξη, με βιολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με το θήλυ φύλο.
2. (Ιστορ. ή λογοτ.) Αρχαΐζουσα ή λογοτεχνική μορφή του όρου που δηλώνει το θήλυ άτομο, συχνά εμφανιζόμενη σε παλαιότερα ή επίσημα κείμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γυνή μίλησε πρώτη στη συνέλευση.
- Η γυνή του στρατιώτη περίμενε νέα από το μέτωπο.
- Στα αρχαία έπη, η γυνή συχνά παίζει ρόλο συμβουλευτικό ή δραματικό.
- Στην ποιητική γλώσσα, η γυνή χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη σύντροφο ή τη μητέρα.
- Η γυνή που ζητούσε δικαιοσύνη βρήκε υποστήριξη στην κοινότητά της.