γυναίκα

ουσιαστικό

Ενήλικο άτομο γυναικείου φύλου, με βιολογικά χαρακτηριστικά και/ή κοινωνικούς και πολιτισμικούς ρόλους ή αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η γυναίκα διαβάζει ένα βιβλίο.
  • Η γυναίκα του είναι γιατρός.
  • Είδα μια γυναίκα στον σταθμό.
  • Κάθε γυναίκα αξίζει σεβασμό.
  • Δεν είναι εύκολο να είσαι γυναίκα στον χώρο της τεχνολογίας.