γκομενάκι

ουσιαστικό

Λαϊκό, ανεπίσημο όνομα για νεαρή ή ελκυστική γυναίκα ή για γυναίκα με την οποία υπάρχει χαλαρή ή περιστασιακή ερωτική ή φλερτ σχέση, συχνά με εξοικείωση ή μειωτικό ύφος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μαρία έγινε το γκομενάκι μου.
  • Κοίτα το γκομενάκι που πέρασε!
  • Δεν ξέρω αν έχει κάποιο γκομενάκι, αλλά τον βλέπω συχνά με παρέα.
  • Την αποκαλούσαν το μικρό γκομενάκι της παρέας.
  • Δεν μου αρέσει όταν αποκαλούν μια γυναίκα γκομενάκι, είναι υποτιμητικό.