φίλη
ουσιαστικό1. Γυναίκα που διατηρεί φιλική σχέση με κάποιον, βασισμένη στην εμπιστοσύνη, την αλληλοϋποστήριξη και την κοινή επαφή ή δραστηριότητες.
2. Γυναίκα με την οποία κάποιος έχει ερωτική ή συντροφική σχέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φίλη μου είναι αξιόπιστη.
- Η φίλη του θα έρθει μαζί μας στο πάρτι.
- Μίλησα με την φίλη μου για τα οικογενειακά προβλήματα.
- Γνώρισα μια φίλη της αδερφής μου προχθές.
- Έγινε φίλη μου μετά το σχολείο.