συντήρηση

ουσιαστικό

1. Σύνολο ενεργειών και εργασιών που αποσκοπούν στο να κρατιέται ένα αντικείμενο, κτίριο, μηχάνημα ή σύστημα σε καλή κατάσταση, λειτουργικό και ασφαλές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συντήρηση του αυτοκινήτου γίνεται κάθε έξι μήνες.
  • Η συντήρηση των ιστορικών μνημείων απαιτεί ειδικές τεχνικές.
  • Πληρώσαμε για τη συντήρηση του ανελκυστήρα στο κτίριο.
  • Η συντήρηση του λογισμικού περιλαμβάνει ενημερώσεις ασφαλείας.
  • Η σωστή συντήρηση των τροφίμων παρατείνει τη φρεσκάδα τους.