συνεργασία
ουσιαστικό1. Κοινή δράση ή εργασία δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ομάδων ή οργανισμών με σκοπό την επίτευξη κοινού στόχου.
Συνώνυμα
συνέργεια συνεργία σύμπραξη συμπράξη συμμαχία συνεταιρισμός κοινοπραξία συνεννόηση αλληλεπίδραση συλλογικότητα ντιλ συμπαράταξη συμπόρευση συντονισμός συμμετοχή συνεισφορά συμπαράσταση συμπαραγωγή συμπορεία συνεργατικότητα ομαδικότητα βοήθεια σχέση κοινωνία επικοινωνία καρτέλ συνδυασμός αρμονία συνασπισμός συνδιαλλαγή συνδρομή συντροφικότητα σύμπνοια εναρμόνιση ομοψυχία συσπείρωση υποβοήθηση
Αντώνυμα
ανταγωνισμός αντιπαλότητα διαγωνισμός αγών αναμέτρηση συναγωνισμός τριβή σύγκρουση αντίθεση εχθρότητα απειλή πάλη κόντρα διαμάχη αντίρρηση έριδα αντίσταση αντιπαράθεση αντιπολίτευση ασυμφωνία επιβουλή συμπλοκή συνωμοσία τσακωμός αντίκρουση ασυνεννοησία διαξιφισμός διχόνοια εναντίωση τρολάρισμα απομόνωση αποκλεισμός διαφωνία διάσπαση βία μάχη μονομαχία καυγάς ανυπακοή αποστασιοποίηση σχίσμα έχθρα αδιαλλαξία αντίποινα ανταρσία ατομισμός διαπληκτισμός διχασμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεργασία μεταξύ των τμημάτων ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση του έργου.
- Η συνεργασία με την τοπική επιχείρηση οδήγησε σε νέα προϊόντα.
- Οι δύο πανεπιστημιακοί ξεκίνησαν μια συνεργασία για έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη.
- Η συνεργασία των κατοίκων βοήθησε στην αποκατάσταση του δημοτικού πάρκου.
- Η συνεργασία θα καθορίζεται από τους όρους της σύμβασης.
- Η συνεργασία του υπόπτου με τις αρχές μείωσε την ποινή.